ΑΜΦΙΣΣΑ

< Πίσω


 

Χιλιάδες επισκέπτες των Δελφών παρακάμπτουν την φαινομενικά αδιάφορη πόλη της Άμφισσας χωρίς δεύτερη σκέψη. Όμως, αυτή η μικρή ήσυχη πολίχνη αναδίδει την αίσθηση επαρχιακού νωχελικού μεσημεριού, κοιμισμένη στα ερείπια των παλιών της μεγαλείων.

Η Άμφισσα των αρχαίων Λοκρών, η La Sole των Φράγκων, τα Σάλωνα της Τουρκοκρατίας, άφησε ίχνη διαμαντένια στον ιστό της σύγχρονης πόλης. Το κάστρο, που την στεφανώνει με τα επάλληλα ίχνη αρχαίων Κυκλώπειων τειχών, βυζαντινών και τούρκικων οχυρώσεων, τα παλιά σπίτια των καπεταναίων της Ρούμελης, η "Χάρμαινα" η παλιά συνοικία των βυρσοδεψίων, οι τούρκικες βρύσες, ο βυζαντινός ναός του 11ου αιώνα της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα, λίγο έξω από την πόλη, είναι ακόμα εδώ για να ταξιδεύουν τον νού στα λιθόστρωτα της μνήμης.

 

Το στοιχειό της Χάρμαινας

Μια φορά και ένα καιρό, ζούσε στην Άμφισσα ένα παλικάρι, όμορφο και περήφανο, ο Κωνσταντής. Δούλευε στο βυρσοδεψείο του θείου του, στη Χάρμαινα. Δούλευε σκληρά, από τα άγρια χαράματα ώσπου να πέσει ο ήλιος, μοχθούσε καθημερινά για να βγάλει το ψωμί του, αλλά δεν τον ένοιαζε ούτε η σκληρή δουλειά, ούτε η φτώχεια. Αγαπούσε τη Λενιώ και ήταν ευτυχισμένος.

Η Λενιώ, ήταν όμορφη, καλοσυνάτη, μονάκριβη. Αγαπούσε και αυτή τον Κωνσταντή και λαχταρούσε να τον συναντήσει, στο Κάστρο της Ωριάς. Οι δύο νέοι ήταν ερωτευμένοι και έπλαθαν όνειρα για το μέλλον τους. Πίστευαν ότι τίποτα δεν μπορούσε να αρπάξει την ευτυχία τους.

Μια μέρα, ο Κωνσταντής φόρτωσε το κάρο του με ολοκαίνουργα δέρματα και έφυγε από την πόλη. Περιόδευε από πόλη σε πόλη και από χωριό σε χωριό για βδομάδες και οι παραγγελίες των δερμάτων ολοένα αυξάνονταν. Οι προσπάθειές του δεν πήγανε στράφι και μετά από κάμποσο καιρό γύρισε στην Άμφισσα με ένα δαχτυλίδι για την αγαπημένη του. Έτρεξε ανυπόμονα στο σπίτι της Λενιώς, για να την ζητήσει από τον πατέρα της σε γάμο. Πλησιάζοντας τον "ζώσανε τα φίδια" γιατί το σπίτι έστεκε αλλόκοτο. Ήταν αμπαρωμένο και μια σκιά θανάτου πλανιόταν στον αέρα.

Έμαθε από τους γείτονες τον απρόσμενο θάνατο της αγαπημένης του. Η Λενιώ, είχε πάει στην Πηγή της Χάρμαινας για να γεμίσει την στάμνα της με δροσερό νερό. Ξαφνικά, χάλασε ο καιρός και άρχισαν να πέφτουν αστραπές και κεραυνοί. Μία καταρρακτώδης βροχή πλημμύρισε τους χωματόδρομους. Ο αέρας φυσούσε με μανία και τίποτα δεν άφηνε όρθιο. Δεν πρόλαβε να φύγει. Ένας κεραυνός τη χτύπησε και σωριάστηκε εκεί, στην πηγή της Χάρμαινας.

Οι γονείς της Λενιώς βουτήχτηκαν σε λύπη βαθιά. Μη μπορώντας ν’ αντέξουν το θάνατο της μονάκριβης θυγατέρας τους, έφυγαν από την πόλη.

Η λύπη και ο πόνος τρύπωσαν ίσαμε τα μύχια της καρδιάς του Κωνσταντή. Δεν μπόρεσε να αντέξει τον άδικο χαμό της αγαπημένης του και ράγισε η καρδιά του. Την άλλη μέρα, βρήκαν το άψυχο σώμα του κάτω από το Κάστρο της πόλης. Από τότε, ο Κωνσταντής στοίχειωσε και καταφεύγει στο λημέρι του, την Πηγή της Χάρμαινας. Μοιρολογούσε για τα νιάτα που δεν έζησε, θρηνούσε για την αγάπη που έχασε.

Το Στοιχειό της Χάρμαινας, ήταν ένα ανθρωπόμορφο τέρας, πανύψηλο, με μακρουλά χέρια. Είχε άγριο και φριχτό παρουσιαστικό. Φύλαγε την Πηγή της Χάρμαινας, όπου δούλευαν οι ταμπάκηδες της πόλης και τους προστάτευε από κάθε κακό και από τ’ άλλα στοιχειά της περιοχής. Γιατί τους αγαπούσε τους βυρσοδέψες, τους ένιωθε δικούς του ανθρώπους. Κι όταν κάποιος απ’ αυτούς ήταν ετοιμοθάνατος, τότε γύριζε έξω από το σπίτι του και άρχιζε ένα αξιοθρήνητο ουρλιαχτό πόνου.

Όταν το έζωνε η μοναξιά, το στοιχειό, έβγαινε από το ησυχαστήριό του και περιφερόταν από σοκκάκι σε σοκκάκι, βγάζοντας άγριες στριγκλιές και βογκητά. Μαζί με τα ουρλιαχτά του ακούγονταν και περίεργοι θόρυβοι και σύρσιμο από αλυσίδες.

Μετά από τα τριπλάσια χρόνια της ηλικίας του Κωνσταντή και της Λενιώς μαζί, το Στοιχειό της Χάρμαινας, ησύχασε, καταλάγιασε. Έπαψε να φοβίζει τους ανθρώπους. Φαίνεται, ότι ο Θεός το συγχώρησε.

Ακόμα και σήμερα, στο Καρναβάλι της Άμφισσας, το στοιχειό της Χάρμαινας είναι στο κέντρο των αποκριάτικων εθίμων της πόλης.



Φωτογραφίες

Τιμές ενοικίασης & τρόποι καρατήσεων